Η ηφαιστειακή-σεισμική δραστηριότητα της Σαντορίνης τον Φεβρουάριο προκάλεσε ισχυρούς σεισμούς, με μέγιστο καταγεγραμμένο μέγεθος 5,3 Ρίχτερ, αλλά και γεωλογικές μεταβολές με σημαντικές μετακινήσεις νησιών.
Η Αστυπάλαια και η Νάξος μετακινήθηκαν κατά 2 και 2,8 εκατοστά αντίστοιχα, ενώ η Ανυδρος υπέστη μετακίνηση 14 εκατοστών και βύθιση 12 εκατοστών. Επιπλέον, το υποθαλάσσιο ηφαίστειο Κολούμπο σημείωσε καθίζηση 19 εκατοστών.
Οι επιστήμονες, χρησιμοποιώντας προηγμένα εργαλεία παρακολούθησης, ανέλυσαν το φαινόμενο και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι επαναλαμβανόμενοι σεισμοί είχαν ως αιτία μια «φλέβα τροφοδοσίας», τη μετακίνηση ρευστών από βαθύτερους μαγματικούς θαλάμους προς την επιφάνεια, μια κίνηση που μετακίνησε τα ρήγματα και προκάλεσε τους σεισμούς, και πώς είναι ξεκάθαρο ότι δεν ήταν καθαρά τεκτονικοί οι σεισμοί.
Οι νέες τεχνολογίες, όπως η μηχανική εκμάθηση και η χρήση αισθητήρων βυθού, συνέβαλαν στην ταχύτερη ανάλυση των δεδομένων, επιτρέποντας στους ειδικούς να αναγνωρίσουν τα αίτια της κρίσης σε ελάχιστο χρονικό διάστημα.
Η εκδήλωση της Ακαδημίας Αθηνών ανέδειξε την ανάγκη για συνεχή παρακολούθηση του Κολούμπο και των ηφαιστειακών συστημάτων της Σαντορίνης, αλλά και τη σημασία της διεθνούς επιστημονικής συνεργασίας στην κατανόηση και πρόβλεψη παρόμοιων φαινομένων. Η δημιουργία ενός ηφαιστειακού παρατηρητηρίου και η ελεύθερη πρόσβαση σε επιστημονικά δεδομένα είναι κρίσιμα βήματα για τη διαχείριση των ηφαιστειακών κινδύνων στο μέλλον.
Το παράδειγμα με τη μηχανή του εσπρέσο
«Το τέλειο φυσικό παράδειγμα για να καταλάβουμε τι συνέβη στη Σαντορίνη είναι η μηχανή του εσπρέσο. Η κάψουλα του καφέ συμβολίζει έναν συγκεκριμένο χώρο, μια περιοχή. Βάζουμε την κάψουλα στη μηχανή. Μετά έρχεται με πίεση το θερμό νερό, κυκλοφορεί στην κάψουλα και δημιουργεί μια υπερ-πίεση. Τη στιγμή αυτή τα ενδεχόμενα είναι δύο: ή η ακίδα της μηχανής θα ανοίξει μια τρύπα στην κάψουλα δημιουργώντας μια έξοδο για το υγρό. Ή η υπερ-πίεση θα συνεχιστεί, με αποτέλεσμα η μηχανή να σπάσει. Αυτή η πίεση, η οποία δεν εκτονώθηκε, είναι αυτή που προκάλεσε τα 5 Ρίχτερ τις πρώτες ημέρες της κρίσης».
Με αυτή την ενδιαφέρουσα παρομοίωση η Μαργαρίτα Σέγκου, όπως γράφει η εφημερίδα «Καθημερινή» διευθύντρια Ερευνών στο British Geological Survey, περιέγραψε πολύ συνοπτικά τον μηχανισμό που οδήγησε στην κρίση του περασμένου Φεβρουαρίου.
Μια κρίση που, όπως ανέφερε ο διευθυντής Ερευνών στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο Θανάσης Γκανάς, είχε ως αποτέλεσμα να μετακινηθούν η Αστυπάλαια και η Νάξος κατά 2 και 2,8 εκατοστά αντίστοιχα.
Και, όπως προσέθεσε η καθηγήτρια Γεωλογικής Ωκεανογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Εύη Νομικού, η περιοχή του υποθαλάσσιου υφαιστείου του Κολούμπο να βυθιστεί κατά 19 εκατοστά.
Οι πολύ ενδιαφέρουσες ανακοινώσεις έγιναν προχθές σε επιστημονική εκδήλωση, που διοργάνωσε το Κέντρο Ερευνας Φυσικών Καταστροφών της Ακαδημίας Αθηνών, με θέμα «Διάλογοι για τη Σαντορίνη», με τη συμμετοχή επιφανών επιστημόνων από την Ελλάδα και το εξωτερικό.
Η Μαργαρίτα Σέγκου περιέγραψε πώς η κρίση της Σαντορίνης ξεδιπλώθηκε σε τέσσερις φάσεις.
Στην πρώτη φάση, έως την 1η Φεβρουαρίου, υπήρχαν σεισμικά γεγονότα, αλλά μειωμένα.
»Στη δεύτερη φάση, από 2 έως 5 Φεβρουαρίου, παρατηρείται μια έντονη αύξηση της σεισμικότητας, με σεισμούς έως 5 Ρίχτερ. Αιτία είναι η κατάτμηση των πετρωμάτων από την πίεση που ασκεί από κάτω το μάγμα.
»Στην τρίτη φάση, από 6 έως 10 Φεβρουαρίου, πραγματοποιείται μετακίνηση του μάγματος και αυξημένα σεισμικά επεισόδια.
»Τέλος, στην τέταρτη φάση, από 11 έως 14 Φεβρουαρίου, αρχίζει και γίνεται περισσότερο αντιληπτή από τους ρυθμούς της σεισμικότητας ότι υπάρχει εμπλοκή και των ρηγμάτων της περιοχής».
Μετακινούνται κάθε χρόνο Σαντορίνη, Αμοργός, Αστυπάλαια, Ανάφη
Ο κ. Γκανάς από την πλευρά του αναφέρθηκε στις σεισμοτεκτονικές διεργασίες στην ευρύτερη περιοχή. «Κάθε χρόνο η Σαντορίνη και η Αμοργός μετακινούνται κατά 4,5 χιλιοστά προς τα βορειανατολικά και η Αστυπάλαια με την Ανάφη προς τα νοτιοδυτικά και ταυτόχρονα μετατοπίζονται και οριζόντια.
Χάρη στην κρίση του Φεβρουαρίου, η Αστυπάλαια μετακινήθηκε κατά 2 εκατοστά προς τα νοτιοανατολικά, ενώ η Νάξος κατά 2,8 εκατοστά προς τα βόρεια-βορειοδυτικά.
Η Ανυδρος, όπως προκύπτει από τα δορυφορικά δεδομένα, μετακινήθηκε κατά 14 εκατοστά προς τα δυτικά και βυθίστηκε κατά 12 εκατοστά, καθώς βρέθηκε στο επίκεντρο της ηφαιστειακής-τεκτονικής δραστηριότητας».
Όπως ανέφερε, ο μέγιστος σεισμός στην περιοχή ήταν 5,3 Ρίχτερ, ωστόσο το δυναμικό των υποθαλάσσιων ρηγμάτων μπορεί να φθάσει στα 7,1 Ρίχτερ (+/-0,3).
«Ήμασταν τυχεροί γιατί η περιοχή μελετάται πολλά χρόνια. Ετσι γνωρίζαμε τα ρήγματα – υπάρχουν περιπτώσεις που γίνεται ένας υποθαλάσσιος σεισμός και αναρωτιόμαστε πού ακριβώς έγινε. Και επειδή έχουν γίνει πολλές συνεργασίες με ξένα πανεπιστήμια και ωκεανογραφικές αποστολές στη Σαντορίνη, διαθέτουμε πολλά δεδομένα, παρότι εμείς ως χώρα δεν ευνοούμε τη θαλάσσια έρευνα», εξηγεί στην «Κ» η κ. Νομικού.
«Επιπλέον ήμασταν τυχεροί γιατί στις 24 Δεκεμβρίου, στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος, τοποθετήσαμε υποθαλάσσιους σεισμογράφους και αισθητήρες μετακίνησης του πυθμένα.
Οι συσκευές αυτές μας έδειξαν ότι η περιοχή του Κολούμπο βυθίστηκε κατά 19 εκατοστά, μια καταγραφή που συμφωνεί με τα δεδομένα που προέρχονται από την ξηρά».
Οι επιστήμονες που συμμετείχαν στην εκδήλωση της Ακαδημίας Αθηνών ανέλυσαν το πώς λειτούργησαν οι μαγματικοί θάλαμοι που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή της Σαντορίνης.
«Συνθέτοντας όλα τα δεδομένα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι επαναλαμβανόμενοι σεισμοί είχαν ως αιτία μια “φλέβα τροφοδοσίας}, τη μετακίνηση ρευστών από βαθύτερους μαγματικούς θαλάμους προς την επιφάνεια, μια κίνηση που μετακίνησε τα ρήγματα και προκάλεσε τους σεισμούς. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν ήταν καθαρά τεκτονικοί οι σεισμοί».
Το εντυπωσιακό στην περίπτωση της πρόσφατης ηφαιστειακής-σεισμικής κρίσης στη Σαντορίνη είναι ότι οι επιστήμονες κατέληξαν στα συμπεράσματα αυτά μέσα σε μερικές εβδομάδες όταν σε αντίστοιχες περιπτώσεις στο παρελθόν χρειάστηκαν μήνες ή και χρόνια. «Πλέον στις επιστημονικές ομάδες οι επιστήμονες συνεργάζονται με αναλυτές δεδομένων», εκτιμά η κ. Σέγκου, από το British Geological Survey.
«Εμείς επεξεργαστήκαμε τα στοιχεία με βάση έναν αλγόριθμο μηχανικής εκμάθησης, που συστηματικά ανιχνεύει δέκα φορές περισσότερα γεγονότα από ό,τι οι καθιερωμένες τεχνικές. Ετσι την 1η Φεβρουαρίου, λίγο πριν αρχίσει η κρίση, είδαμε ότι η έξαρση είχε αρχίσει από τις 30 Νοεμβρίου.
»Με τη χρήση των νέων τεχνολογικών εργαλείων ο χρόνος επιστημονικής απόκρισης έχει μειωθεί σημαντικά. Αναγνωρίζοντας ότι η κρίση στη Σαντορίνη είχε ως αιτία μια οριζόντια μαγματική φλέβα και ότι αυτού του είδους τα γεγονότα επανέρχονται και έχοντας δει τι μπορούμε να κάνουμε με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, οφείλουμε να συντονιστούμε: όλα τα επιστημονικά όργανα να βελτιώσουμε τα δίκτυά μας, ώστε να είμαστε έτοιμοι για την επόμενη φορά».
«Πρέπει να δημιουργηθεί ένα ηφαιστειακό παρατηρητήριο»
«Νομίζω ότι η περίπτωση της Σαντορίνης μας έδειξε ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα ηφαιστειακό παρατηρητήριο», εκτιμά ο κ. Γκανάς, από το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο. «Επίσης μας αποδεικνύει την ανάγκη να είναι ελεύθερα και ανοιχτά όλα τα επιστημονικά δεδομένα όλων των δικτύων προς όλους».
Στην παρουσίασή του ο κ. Γκανάς σημείωσε ότι τα δεδομένα HEPOS του κτηματολογίου είναι διαθέσιμα μόνο μετά από αίτηση και ότι χρειάστηκε παρέμβαση του τότε υφυπουργού Κώστα Κυρανάκη για να δοθούν γρήγορα στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο.
«Ας μη μιλάμε όμως μόνο για τις δυσκολίες… Έως τις αρχές Απριλίου στην ευρύτερη περιοχή θα λειτουργούν 32 σταθμοί GNSS καταγραφής μετακινήσεων του εδάφους, εκ των οποίων οι 21 στη Σαντορίνη. Πρόκειται για κάτι πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα».
«Συνεχής παρακολούθηση»
«Είναι υπερ-απαραίτητο να παρακολουθείται το Κολούμπο, με όργανα τοποθετημένα μέσα στον κρατήρα», συμπληρώνει η Εύη Νομικού, από το τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αθηνών.
«Ημασταν τυχεροί γιατί χάρη στην ωκεανογραφική αποστολή μπορέσαμε να συλλέξουμε στοιχεία και δείγματα αερίων και ρευστών. Η μελέτη και παρακολούθηση της περιοχής, όμως, οφείλει να είναι συνεχής και συστηματική».
«Η Σαντορίνη έχει 380.000 χρόνια ηφαιστειακής ιστορίας, με περισσότερες από 200 γνωστές εκρήξεις», ανέφερε ο Ντέιβιντ Πάιλ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. «Τα πετρώματα μπορούν να μας δείξουν τι συνέβη σε μια έκρηξη, δεν μπορούν όμως να μας πουν για τα γεγονότα που τελικά δεν οδήγησαν σε έκρηξη. Τα τελευταία 15 χρόνια έχουμε καλύτερη κατανόηση τόσο των εκρήξεων που έγιναν όσο και όσων δεν έγιναν. Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στα ηφαιστειακά συστήματα της Σαντορίνης και του Κολούμπο και πρέπει να τα έχουμε υπό 5 συνεχή παρακολούθηση».
The post Μετακινήθηκαν η Νάξος και η Αστυπάλαια – Νέα δεδομένα στις Κυκλάδες appeared first on ieidiseis.gr.